Στιγμιότυπα ενός ταξιδιού

ImageΠάντα με γοήτευαν τα ταξίδια με τρένο και πλοίο. Και επειδή με πλοίο έχω ταξιδέψει αρκετά αποφάσισα να ταξιδέψω το περασμένο τριήμερο με τρένο. Ψέμματα… Ήθελα να δω τον Η. και την Κ., αγαπημένους φίλους από τα φοιτητικά μου χρόνια. Ζούνε σε μία πόλη στη βόρεια Ελλάδα και επειδή πλοίο δεν πάει και το αεροπλάνο δεν το πολυσυμπαθώ, έκλεισα εισιτήρια με το τρένο.

Σταθμός Λαρίσης, 11.30 το βράδυ. Παρέες μαζεμένες κάνουν χαβαλέ. Λίγοι φαντάροι εδώ και εκεί φορτωμένοι με τα “λουκάνικα”. Θα πήξετε ψάρια. Ένα μπουκαλάκι νερό, ένα σάντουιτς στα γρήγορα, και ένα για το δρόμο. Στρίβω τσιγάρο και κάνω δύο τζούρες. Γάμα το, πάμε να ξεκινήσουμε. Θέλω να δω τους φίλους μου!

Αποβάθρα. Γεμάτη κόσμο. Τι διάολο; Πόσο δημοφιλές είναι το βραδινό τρένο για Θεσσαλονίκη; Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα: “Άφιξη αμαξοστοιχίας τάδε για Θεσσαλονίκη. Αρίθμηση βαγονιών τάδε”. Επιβιβάζομαι. Το τρένο είναι πολύχρωμο και έξω και μέσα. Έξω όλα τα βαγόνια έχουν γκραφίτι. Μέσα, γεμάτο μετανάστες από όλες τις πιθανές χώρες, τσιγγάνους και ιθαγενείς.

Ψάχνω τη θέση μου στο βαγόνι. Κάθομαι. Μετά από λίγο με σηκώνουν. Έχουν βάλει ένα βαγόνι επιπλέον λένε και τελικά πρέπει να πάω ένα βαγόνι πιο μπροστά. Σηκώνομαι. Με αγχώνει λίγο η σκέψη ότι ίσως θα πρέπει να σηκώσω κάποιον άλλο, αλλά ευτυχώς η θέση μου είναι άδεια. Κάθομαι και βγάζω το βιβλίο μου.

Δίπλα μου μία κυρία γύρω στα 45. Μιλάει στο τηλέφωνο. Εξηγεί πώς την έφεραν με μηχανάκι και ακούμπησε το sac voyage της στην εξάτμιση και έλιωσαν τα πράγματά της. Κοιτάζω την ώρα. Έχει πάει 1.30. Αισθάνομαι κούραση, αλλά δε με πιάνει ύπνος. Είμαι αναστατωμένος. Βιβλίο, twitter, λίγος ύπνος με διακοπές και το γαμημένο το υποσυνείδητο να μη με αφήνει να ηρεμήσω.

Φωνές, πειράγματα, γέλια και παιδικά κλάματα. Η Κ. μου είπε να πάρω ωτοασπίδες, αλλά δεν την άκουσα. Δεν έχει και πολύ σημασία. Δε με έχει ενοχλήσει τίποτα από αυτά.

Δομοκός, 3.45 τα ξημερώματα. Δεκάλεπτη στάση να αλλάξουμε μηχανή. Μου έχει τελειώσει το νερό. Πάω να πάρω. Περνάω τα βαγόνια, αλλά η πόρτα ανάμεσα σε δύο έχει φρακάρει. Δε γαμιέται, θα κατέβω να κάνω ένα τσιγάρο και θα δοκιμάσω μετά. Κατεβαίνω από το τρένο και μπαίνω σε ένα μαγικό κόσμο. Καλοκαιρινό βράδυ, αστέρια (πόσο καιρό είχα να δω τόσα πολλά;), δέντρα, κόσμος να καπνίζει και να συζητάει. “-Συγγνώμη, μήπως έχετε αναπτήρα; -Όι συντέκνισσα, πυρόβολο μόνο”. Χαζογελάκια, αλλά τελικά της δίνει φωτιά. Στρίβω βιαστικά ένα τσιγάρο και το ανάβω. Αστέρια. Το γαμημένο το υποσυνείδητο δε σταματάει να δουλεύει. Πετάγονται στο μυαλό μου ακούσιες σκέψεις.

Σφύριγμα. Είμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Πετάω το τσιγάρο και ανεβαίνω. Διψάω. Δε θα με νικήσει ξανά η πόρτα. Σπρώχνω αποφασισμένος. Ανοίγει και βρίσκομαι στο βαγόνι με την καντίνα. Σκοτάδι. Κόσμος σε πηγαδάκια πίνει, συζητάει και φλερτάρει. Στήνομαι στην ουρά. Ο μπροστινός μου ζητάει αλκοόλ για αυτόν και για μία, μάλλον άγνωστή του, κοπέλα. Ο καντινιέρης του προσφέρει αν θέλει μία τελευταία μπύρα. Φεύγει ηττημένος, χωρίς την μπύρα και χωρίς την κοπέλα.

Επιστρέφω στη θέση μου. Βιβλίο, twitter, λίγος ύπνος. Τελειώνει και η μπαταρία του κινητού. Ας κάνω λίγο κράτει, ίσως χρειαστεί να πάρω τον Η. όταν φτάσω. Κοιμάμαι. Ξυπνάω. Η κυρία δίπλα μου θέλει να κατέβει. Σηκώνομαι. “-Παρακαλώ, περάστε”. Το τρένο κατεβάζει πολύ κόσμο στην Κατερίνη.

Κάθεται δίπλα μου ένας νεαρός. Μοιάζει με τον παιδικό φίλο του αδερφού μου. Έχει αρχίσει να χαράζει. Ο νεαρός προσπαθεί να συνεννοηθεί με κάποιον στο τηλέφωνο στα αγγλικά. Με παρακαλεί, “-Could you please talk to him?”. Παίρνω το τηλέφωνο, αλλά δεν έχει σήμα. Προσπαθώ, αλλά δε βγάζω άκρη. Η γραμμή κλείνει και του επιστρέφω το κινητό. “-I’m sorry. -It’s OK, I’ll find him.”

Έχει αρχίσει να χαράζει. Γαμημένο υποσυνείδητο…

Θεσσαλονίκη, 6.00 το πρωί. Φτάσαμε. Μαζεύω τα πράγματά μου και κατεβαίνω. Κόσμος πολύς στην αποβάθρα. Σπρωξίματα και φωνές. Αν είσαι κουρασμένος γίνεσαι αγενής. Ένα πεταχτό φιλάκι στη Θεσσαλονίκη και έφυγα. Δυστυχώς αυτό μόνο προλαβαίνω. Υπόσχεση στον εαυτό μου να της δώσω περισσότερα σύντομα. Απέναντι περιμένει ένα άλλο τρένο. Ρωτάω το μηχανοδηγό. “-Περνάει από Δράμα; -Ναι αγόρι μου, ανέβα”. Ανεβαίνω. Βρίσκω τη θέση μου. Πάντα στο διάδρομο, κουσούρι που μου έχει μείνει από τα αεροπλάνα. Δίπλα η θέση άδεια. Βιβλίο.

Μία όμορφη κοπελίτσα έρχεται και μου μιλάει. “-Συγγνώμη, μπορώ να περάσω; Είναι η θέση μου δίπλα”. Σηκώνομαι. “-Θέλεις βοήθεια με τη βαλίτσα σου; -Ναι αν μπορείτε”. Τι διάολο; Δεν είμαι και τόσο μεγαλύτερός της. Βάζω την βαλίτσα της πάνω από τα καθίσματα. Καθόμαστε και επιστρέφω στο βιβλίο μου. Μιλάει στο τηλέφωνο τρυφερά. “-Ναι μπαμπά μου μόλις μπήκα. Θα σε πάρω τηλέφωνο όταν φτάνουμε να έρθεις να με πάρεις. Σμουτς. Δώσε και στη μαμά. Θα σας δω σε λίγο”. Χαμογελάω.

Θεσσαλονίκη, 7.00 το πρωί. Ξεκινάμε. Βιβλίο. Έχει ξημερώσει για τα καλά τώρα. Έξω η υπέροχη φύση της Μακεδονίας. Δασάκια με πλατάνια, θερισμένα χωράφια με στάρι, ηλιοτρόπια. Ομορφιά παντού γύρω. Γαμημένο υποσυνείδητο.

Κάθε τόσο σταματάμε σε μικρά χωριουδάκια με παλιούς σιδηροδρομικούς σταθμούς. Άλλοι καλοδιατηρημένοι, άλλοι σχεδόν ερείπια. Καταλαβαίνω ότι το τρένο εκτελεί χρέη ΚΤΕΛ σε αυτά τα μέρη. Αναρωτιέμαι: “Πώς θα εξυπηρετούνται αυτοί οι άνθρωποι αν ιδιωτικοποιηθεί ο ΟΣΕ”;

Η κοπέλα δίπλα μου σηκώνεται. “-Πρέπει να κατέβω”. Σηκώνομαι και της κατεβάζω τη βαλίτσα. Με κοιτάζει με ένα υπέροχο χαμόγελο και κόβει τον πληθυντικό: “-Σε ευχαριστώ πολύ! Καλό σου ταξίδι”. Μέσα στην κούραση και την αϋπνία της χαμογελάω: “-Ευχαριστώ. Καλή σου μέρα”. Ήθελα να της πω και εγώ “καλό ταξίδι”, αλλά νομίζω ότι δεν θα καταλάβαινε τι ήθελα να πω. Δεν είμαι και εγώ ο ίδιος απόλυτα σίγουρος.

Κάθομαι ξανά. Δεν έχω άλλο κουράγιο να διαβάσω, αλλά δεν θέλω και να κοιμηθώ. Ρουφάω άπληστα το σκηνικό έξω. Περνάμε το Στρυμόνα. Φτάνουμε στις Σέρρες. Το τρένο είναι πια σχεδόν άδειο. Έχω αρχίσει να γίνομαι ανυπόμονος. Ταξιδεύω κοντά δέκα ώρες, και θέλω να δω τους φίλους μου. Με τυραννά και το γαμημένο το υποσυνείδητο. Ακούγεται η αναγγελία: “Επόμενος σταθμός Δράμα. Έξοδος από αριστερά. Πατήστε το πράσινο κουμπί”.

Δράμα, 10.26 το πρωί. Κατεβαίνω. Έχω χαρμανιάσει. Το τελευταίο τσιγάρο το έκανα στις 6.30 όταν έδινα εκείνο το πεταχτό φιλάκι στη Θεσσαλονίκη. Θέλω όμως πρώτα να δω τον Η. και την Κ. Τους έχω πεθυμήσει. Έχω να τους δω από τον προηγούμενο Φλεβάρη, και πιο πριν από αυτό, από το χειμώνα του ’10. Γυρίζω αριστερά και τους βλέπω στην αποβάθρα να περπατάνε προς το μέρος μου. Τους αγκαλιάζω και τους φιλάω. Κοιταζόμαστε, χαμογελάμε και για μερικά δευτερόλεπτα δε λέμε τίποτα. Δε χρειάζεται. Έφτασα…

(Ίσως και να συνεχιστεί…)

Κοντός σύνδεσμος αλληλούια: http://wp.me/p1yMcy-bO

Advertisements
This entry was posted in Διάφορα and tagged , . Bookmark the permalink.

5 Responses to Στιγμιότυπα ενός ταξιδιού

  1. Ροματζάδες, αστέρια, διαλείμματα για τσιγάρο μέχρι να αλλάξει η μηχανή, σκοτεινά κυλικεία, 6μιση ώρες (!!!) Αθήνα-Θεσσαλονίκη εν έτει 2013, υπόδειγμα του τι πρέπει να προσφέρει μια σιδηροδρομική επιχείριση που δεν παραδίνεται στην αριθμολαγνεία και στο κέρδος. Οι κουτόφραγκοι εντωμεταξύ πάνε Άμστερνταμ-Παρίσι σε 3μιση ώρες (για 150-200 euro).

  2. k1 says:

    Με ταξίδεψες σε όλες μου τις τροχήλατες μετακινήσεις. Και με πήγες τόσο πίσω, που άκουγα και τον καρβουνιάρη στο φόντο.

    • Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι και πολύ καλό, αλλά θα κολακέψω τον εαυτό μου εκλαμβάνοντάς το ως γλυκιά νοσταλγία. 😛

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s